Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2011

Με γέλασαν τα πουλιά


Με γέλασαν τα πουλιά,
της άνοιξης τ΄ αηδόνια.
Με γέλασαν και μου 'πανε,
ποτέ δεν θα πεθάνω.

Φτιάχνω κι εγώ το σπίτι μου
ψηλότερο από τ΄ άλλα.
Σαράντα δυο πατώματα,
εξήντα παραθύρια.

Στα παραθύρια στέκομαι,
τους κάμπους αγναντεύω.
Βλέπω τους κάμπους πράσινους
και τα βουνά γαλάζια.

Βλέπω το Χάρο που ΄ρχεται
καβάλα στ' άλογό του
Με γέλασαν τα πουλιά,
της άνοιξης τ ΄ αηδόνια.

Με γέλασαν τα πουλιά,
της άνοιξης τ΄ αηδόνια.
Με γέλασαν και μου είπανε,
ο Χάρος δεν με παίρνει.

Μη με παίρνεις Χάρο,
μη με παίρνεις
γιατί δεν με ξαναφέρνεις.