Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2010

Ο «ΆΓΙΟΣ» ΤΗΣ ΚΑΤΣΑΝΑΣ - ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΣ

Τον τελευταίο καιρό στις τοπικές εφημερίδες και περιοδικά, αλλά και στο Διαδίκτυο χύνεται πολύ μελάνι αφού και γνωστός τηλεδημοσιογράφος έγραψε σχετικό πόνημα με τον τίτλο «Άγιος Αγύρτης» για έναν Αρμπουναίο καλόγηρο, τον Χριστόφορο Παναγιωτόπουλο ή Παπουλάκο ή Παπουλάκη. Αποζητείται η αγιοποίησή του. Άλλωστε ένας άγιος σε μια περιοχή προσπορίζει οφέλη.
Ισχυρά πρόσωπα της εκκλησίας όπως ο πρώην Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χριστόδουλος, ο νυν Αιγιαλείας και Καλαβρύτων Αμβρόσιος, ο καλόγηρος ροκάς Νεκτάριος Μουλατσιώτης, άλλοι τιτλούχοι ιερωμένοι αλλά και λαϊκοί θέλουν σώνει και καλά κοντά στο νεομάρτυρα Παύλο από το Σωποτό να προσθέσουν κι ένα Χριστόφορο!!!
Δηλαδή στη χορεία των Αγίων της εκκλησίας που κοσμούν μορφές όπως του Αποστόλου των Εθνών Παύλου, του Γρηγορίου του θεολόγου, του Βασιλείου του μεγάλου, του μελίρρυτου Ιωάννου του Χρυσοστόμου να προστεθεί ένας θρησκομανής και θεοληπτικός Χριστόφορος, όργανο στα χέρια της Φιλορθοδόξου διαβόητης εταιρίας και της τσαρικής πολιτικής των Ρώσων στα μέσα του 19ου αιώνα.
Αναμφίβολα ο Παπουλάκος υπήρξε φαινόμενο, εύγλωτος, λιτός, αφιλοχρήματος, συνάρπαζε τις αμαθείς, πενόμενες και δεισιδαίμονες μάζες της εποχής του, 20 μόλις χρόνια μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, της μικρής Ελλάδας ή του κράτους της Μελούνας (συνοριακός σταθμός), όπως περιφρονητικά τότε ελέγετο.

ΑΓΙΟΣΥΝΗ ΕΝ ΦΟΒΩ ΘΕΟΥ

Η καθολική εκκλησία, παράγει σχεδόν καθ’ εκάστην Άγιους και οσίους, όπως η αγιοποίηση του πάπα Παύλου Ιωάννη του Πολωνού ΒΟΪΤΥΛΑ. Η ορθόδοξη εκκλησία δεν έχει συνηθίσει το ποίμνιο σε ανάλογες ενέργειες. Άλλωστε η αγιότητα είναι η μέγιστη δωρεά του Αγίου Πνεύματος, το οποίο κάνει τον άνθρωπο ικανό κατά την Αγία Γραφή να διακρίνει «ανά μέσου αγίου και βεβήλου» και να επιτελεί «αγιοσύνη εν φόβω Θεού». Η αγιότητα του χριστιανού εδράζεται στη λατρευτική έκφραση του ατόμου. Εκφράζεται με ηθικές ενέργειες, και υπηρεσίες σωτηρίας και μακαριότητας, πραγματώνεται δε με απέραντη αγάπη, πίστη και αφοσίωση στο Χριστό, την εκκλησία και τους Αγίους κατά τον Απόστολο Παύλο (επιστολές προς Κολασσαείς και Γαλάτες).
Συνεπώς οφείλουμε να λάβουμε υπόψη όλες τις συνιστώσες σε προτάσεις σοβαρές ως η ανακήρυξη Αγίου.

ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΥ

Όμως το φαινόμενο Παπουλάκου δεν δύναται να κατανοηθεί χωρίς ενδελεχή γνώση των κοινωνικών, πολιτικών και εθνικών εξελίξεων, στο πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνα και ειδικότερα μάλιστα από την έλευση του Όθωνα στην Ελλάδα (1832) έως τη σύλληψη του Παπουλάκη (1852).
Ακόμη οφείλουμε να επισημάνουμε ότι η κομματική φαγωμάρα της εποχής εκείνης χωρίς στόχους, χωρίς ιδεολογία, χωρίς αρχές, υποκινούνταν σαφώς από τις διαβόητες τρεις προστάτιδες δυνάμεις, αλλά και οι επιτόπιοι ηθικοί αυτουργοί, ιδιοτελών συμφερόντων αφθονούσαν. Ο τύπος π.χ. της εποχής οργίαζε. Έτσι οι εφημερίδες ΑΙΩΝ, ΦΙΛΟΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ, ΑΘΗΝΑ έγραφαν κατά το δοκούν. Είναι χαρακτηριστική η ασύστολη προπαγάνδα, αλλά και οι διογκωμένοι μύθοι και ψεύδη που δημοσίευε η εφημερίδα ΑΙΩΝ του Ιωάννη Φιλήμονα, όργανο των ΝΑΠΑΙΩΝ (φιλορωσικού κόμματος) κατά τον Όθωνα και των Αγγλόφιλων ή Γαλλόφιλων κυβερνήσεων του. Ανάλογη μυθευματική και ψευδολόγα στάση χρησιμοποίησε στο κίνημα Παπουλάκου, ο τύπος της εποχής.

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΣ

Πρόδρομος μάλλον του Χριστόφορου κατά το προσωνύμιο αλλά και κατά την πρακτική θεοληψίας και μύθων στο λαό, ήταν ο πρώτος Παπουλάκης, ο καλούμενος και Αγιοπατέρας της τότε μονής της Παναγίας Τριποτάμων.
Το προσωνύμιο Παπουλάκης είναι υποκοριστικό μάλλον της λέξης παπάς. Είθισται ακόμη στα Καλαβρυτοχώρια ο ιερέας να αποκαλείται παπούλης. Βέβαια ο Ζακυνθινός ή Ιθακήσιος στην καταγωγή Ππουλάκος ήταν βραχέος αναστήματος, χαμένος στο καλογερικό του ράσο και κλήθηκε έτσι βοηθούντος του σώματός του.
Ο κατά κόσμον Ευγένιος Παπουλάκος ή Αγιοπατέρας κατέφθασε στα Τριπόταμα το 1824. Εκεί γνωρίστηκε με την όμορφη Βερτσιώτισσα ΖΑΧΑΡΟΥΛΑ ΚΑΠΕΡΩΝΗ, που ενδύθηκε τη μοναχή και έγινε γνωστή ως Αγιοπατέρισσα.
Η Ζαχαρούλα Καπερώνη ή Χρυσαυγή όπως την είχε ο Ευγένιος μετονομάσει, έγινε το αυτί, η φωνή και το μάτι του καλόγερου. Στα άδυτα του ναού, σε σκοτεινό κελί με ημίφως, ο ρυπαρός και άθλιος Ευγένιος προφήτευε ακατάληπτα για τα μέλλοντα και συμβούλευε για τα παρόντα. Τις προφητείες και συμβουλές του Αγιοπατέρα μετέδιδε στους προσκυνητές από όλο το Μωρηά, η Ζαχαρούλα, η αδελφή Χρυσαυγή, γιατί τάχα ο Αγιοπατέρας είχε διαρκή επικοινωνία με το θείο και δεν έπρεπε να σπαταλά το χρόνο του.

Ο ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΦΡΑΝΤΖΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΠΟΥΛΑΚΟ

Κατά τον ιστορικό και κληρικό Αμβρόσιο Φραντζή, ο διαβόητος Ευγένιος ο Παπουλάκος των απλοϊκών ανθρώπων, εκμεταλλεύτηκε την παντελή αποθάρρυνση του λαού μετά την ολική καταστροφή του Μωρηά, από τον Αιγύπτιο πασά Ιμπραήμ. Οι απλοϊκοί χωριάτες συνέρρεαν στην άρτι οικοδομηθείσα από τον ίδιο Μονή της Παναγίας, στα Τριπόταμα, από τα σπαράγματα του ναού της Ερυκίνης Αφροδίτηςτων κλασσικών χρόνων. Οι προσκυνητές προσφέραν πολύτιμα αφιερώματα στον Ευγένιο, όπως νομίσματα, περιδέραια, ασημένιες και χρυσές πόρπες ζωνών, κοσμήματα κ.τ.λ.
Όμως ο Παπουλάκος δεν αρκείτο σε αυτά, προχωρούσε ευρύτερα και συνιστούσε αφοπλισμό και αποχή από τον εθνικό ιερό αγώνα – παρήγγειλε σαφώς να αφοπλιστούν οι άνδρες και να εξαφανίσουν κάθε τι που είχαν κυριεύσει από τους Οθωμανούς. Προφήτευε δε ότι θα έλθει η ημέρα που θα καταστραφεί ο εχθρός με την εξιλέωση του θείου από την αυστηρή μετάνοια και προσευχή του λαού.
Ο Αγιοπατέρας των Τριποτάμων πέτυχε λιποψυχία του λαού, αδράνεια και χαλαρότητα, συμβάλλοντας στη συλλογή προσκυνοχαρτιών από τις τουρκικές αρχές.

ΙΜΠΡΑΗΜ ΚΑΙ ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΣ

Παρά τη φιλοτουρκική προπαγάνδα ο Αγιοπατέρας και η Αγιοπατέρισσα δεν γλίτωσαν την οργή αλλά και τη φιλοχρηματία του Ιμπραήμ.
Ο Αιγύπτιος έμαθε περί θησαυρών του Παπουλάκου, και στις 27 Σεπτέμβρη του 1827 απέστειλε σώμα ιππέων που κατέσφαξαν τον Ευγένιο και άρπαξαν αρκετούς αιχμαλώτους, μεταξύ των οποίων και τη Ζαχαρούλα. Φόρτωσαν 45 φορτία ζώων με θησαυρούς. Την όμορφη καλόγρια πούλησαν ως δούλη, κατά τον Φραντζή σε 18 Άραβες.
Κατά προφορικές τοπικές διηγήσεις, κάπου στην Αίγυπτο αγοράσθηκε από αξιωματικό του Ιμπραήμ, που είχε θαμπωθεί από την ομορφιά της και έζησε μαζί του.

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ, ΚΙΝΗΜΑΤΑ – ΑΝΤΑΡΣΙΕΣ

Αρχές Φλεβάρη του 1832 αποβιβάστηκε με τιμές και παράτες στο Ναύπλιο ο 17χρονος Όθωνας που είχε επιλεγεί από τις τρεις προστάτιδες δυνάμεις, Αγγλία, Ρωσία, Γαλλία ως βασιλιάς της μικρής Ελλάδας, του κράτους της «Μελούνας» λόγω συνόρων ως αργότερα ονομάστηκε. Η παλιά Ελλάδα με όρια βόρεια τον Αμβρακικό και τον Παγασητικό κόλπο περιελάμβανε μέρος της Θεσσαλίας, τη Στερεά, την Πελοπόννησο, τις Κυκλάδες και τις Σποράδες.
Μαζί με τον Όθωνα έφθασαν στο Ναύπλιο οι τρεις Αντιβασιλείς (ο διπλωμάτης Αρμανσπεργκ, ο νομικός Μάουερ και ο στρατιωτικός Εϋδεκ) και 3.500 Βαυαροί (Γερμανοί) στρατιώτες, μισθοφόροι.
Η Αντιβασιλεία οργάνωσε κατά τα δυτικά πρότυπα ένα συγκεντρωτικό – αυταρχικό κράτος, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι τοπικοί παραδοσιακοί θεσμοί, π.χ. αυτοδιοικούμενες κοινότητες ή η επαναστατική παράδοση των συνταγμάτων του Ιερού Αγώνα (Σύνταγμα Τροιζήνας).
Το αυταρχικό κράτος των Γερμανών σοφών είχε παντελώς καταργήσει τις πολιτικές ελευθερίες και τα ατομικά δικαιώματα(π.χ. σύλληψη – φυλάκιση Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα) αλλά και τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς (Βουλή, Γερουσία, αυτοδιοίκηση), όπως επίσης στη θέση του ελληνικού στρατού ενυπήρχε σώμα 5.000 Βαυαρών μισθοφόρων, όταν οι αγωνιστές του 21 πεινούσαν και ζητιάνευαν.
Ταυτόχρονα στην Ελλάδα ήδη από τα χρόνια της επανάστασης, λειτουργούσαν τρία κόμματα ήτοι το Γαλλικό (Μοσχομάγκας) υπό τον Κωλέτη, το Αγγλικό (Ρεντιγκότας) υπό τον Μαυροκορδάτο και το Ρωσικό (των Ναπαίων) υπό τον Κολοκοτρώνη. Η φυλάκιση και η καταδίκη σε θάνατο του Κολοκοτρώνη οδήγησε σε επαναστατικό κίνημα στη Μάνη, όπου οι Ναπαίοι (Ρωσόφιλοι) του Κολοκοτρώνη προπαγάνδιζαν την πρόθεση της Αντιβασιλείας «να αφανίσει τη θρησκεία, να φυλακίσει τους μοναχούς, να επιβάλλει κεφαλικούς φόρους κ.ά.»
Νέα εξέγερση στη συνέχεια προκαλείται στη Μεσσηνία, με τη συνεργασία του Αγγλικού και του Ρωσικού κόμματος.

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΜΑΟΥΕΡ

Την εποχή αυτή (κινήματα, φυλακίσεις, αυθαιρεσίες) η Αντιβασιλεία εξέδωσε «τη διακήρυξη περί της ανεξαρτησίας της Ελληνικής εκκλησίας (23-07-1833) που κατά καισαροπαπικό τρόπο όριζε το αυτοκέφαλο της ορθόδοξης εκκλησίας σε σχέση με το Πατριαρχείο και όριζε διοικητικό αρχηγό το βασιλιά που με πενταμελή Διαρκή Σύνοδο, διορισμένη από τον ίδιο, θα ασκούσε την εκκλησιαστική εξουσία. Το Γενάρη του 1835 ο Όθων ενηλικιωθείς κατέστη μονάρχης «Ελέω Θεού βασιλεύς» κατά τις υπογραφές του στους νόμους, τα διατάγματα αλλά στην ουσία και την πράξη, αφού δεν υπήρχε ούτε Βουλή ούτε έλεγχος, ακόμη και από τη δικαιοσύνη των πράξεων του μονάρχη.
Το νεοϊδρυθέν Σ.τ.Ε. έπαιζε ρόλο ανακτοβουλίου χωρίς λαϊκή απήχηση, καταργήθηκε. Οι «εθνικές γαίες» (χωράφια Τούρκων) δεν είχαν διανεμηθεί στους αγωνιστές. Ο πολύς κόσμος πεινούσε ή λησταντάρτευε. Η «ελληνική φάλαγγα» δηλαδή ο εθνικός στρατός είχε εντάξει 800 άνδρες έναντι 5.000 Γερμανών μισθοφόρων στρατιωτών και χιλιάδων αγωνιστών πεινασμένων.
Το 1837 η Ελλάδα είχε 926.000 κατοίκους πληθυσμό, 10 νομούς και 40 επαρχίες. Ο νομός Αχαιοήλιδας ήταν ενιαίος. Τον πρωθυπουργό, Αρχιγραμματέα επικρατείας, τον ονόμαζαν επίσημα Αρμανσπεργκ διαδέχθηκε ο επίσης Γερμανός Φον Ρούντχαρτ, ιδρυτής τον Απρίλη του 1837 του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Το 1838 ο Όθωνας με βασιλικό διάταγμα ανήγγειλε στον ελληνικό λαό ότι «Όθων Ελέω Θεού Βασιλεύς της Ελλάδος έχομεν σκοπόν να ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΜΕΝ ΗΜΕΙΣ, ΟΙ ΙΔΙΟΥ του ημετέρου Υπουργικού Συμβουλίου». Ο Όθωνας τότε ήταν 22 χρονών παιδί. Σημειωτέον ότι το 1806 ο Όθωνας είχε παντρευτεί τη 18χρονη Αμαλία στο Μόναχο, επίσης Γερμανίδα.
Το 1839, η λαϊκή δυσαρέσκεια είχε κορυφωθεί. Οι Έλληνες ζητούσαν Σύνταγμα και αντιπροσωπευτική κυβέρνηση. Ο Όθων και η Αμαλία ενδεδυμένοι ελληνική στολή και ομιλούντες την ελληνική γλώσσα, παρέμεναν με γερμανικές καρδιές στο θρόνο της Ελλάδας, κατά το Γάλλο αρχαιολόγο Αμπού Εντμόντ.
Το Σεπτέμβρη του 1843 ο Όθωνας εξαναγκάσθηκε να παραχωρήσει Σύνταγμα στη χώρα. Μεταξύ των πρωταιτίων της τότε επανάστασης ήταν και ο Κωνσταντίνος Ζωγράφος στο Ρωσικό κόμμα από το Σόλο Καλαβρύτων. Στην Εθνοσυνέλευση του 1843 εκλέχθηκε παραστάτης (βουλευτής) Καλ/των ενώ προηγούμενα είχε διατελέσει Υπουργός (Γραμματέας) Εξωτερικών της Ελλάδας. Η δημοσιονομική κατάσταση της χώρας αυτή την περίοδο ήταν κάκιστη. Η Ελλάδα αδυνατούσε να καταβάλλει τα τοκοχρεολύσια του δανείου στις τρεις «εγγυήτριες» δυνάμεις, Ρωσία, Γαλλία και Αγγλία. Οι διαβόητες δυνάμεις επέβαλαν περικοπή μισθών υπαλλήλων του κράτους και στρατιωτικών, ως και διακοπή χρηματοδότησης έργων και γενικότερου οικονομικού ελέγχου φόρων, δασμών υπό την εποπτεία του οίκου ΡΟΤΣΙΛΝΤ.
Το Σύνταγμα του 1843-44, παραχωρώντας δικαιώματα και θέτοντας κανόνες δημοκρατίας προέβλεπε μεταξύ άλλων την υποχρεωτική ορθόδοξη πίστη για κάθε μελλοντικό βασιλιά της χώρας, την ελευθερία του τύπου, την κατοχύρωση των ατομικών δικαιωμάτων, την καθολική και άμεση ψηφοφορία των αρρένων πολιτών άνω των 25 ετών κ.τ.λ.
Το Σύνταγμα και οι διατάξεις του βέβαια δεν έγιναν απόλυτα σεβαστές από τον Όθωνα, παρά τις απεριόριστες εξουσίες που είχε ο μονάρχης. Άξια αναφοράς είναι η προμετωπίδα του Συντάγματος που ανέγραφε «Εν ονόματι της Αγίας και ομοουσίου και αδιαιρέτου Τριάδας» αλλά και η κατακλείδα του, στο άρθρο 107 που αφιερώνει την τήρησή του στον «πατριωτισμό των Ελλήνων».

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΙΔΕΑΣ ΚΑΙ Ο ΚΩΛΕΤΗΣ

Το νέο συνταγματικό πολίτευμα οδήγησε σε διαδοχικές βραχύβιες κυβερνήσεις, του Κωλέτη, του Μαυροκορδάτου, του Τζαβέλλα, του Κουντουριώτη, του Κ. Κανάρη, του Κριεζή κ.ά. Από το 1844 έως και το 1850 οι βραχύβιες αυτές κυβερνήσεις αντιμετώπισαν σωρεία προβλημάτων οικονομικών και κοινωνικών χωρίς επιτυχία. Παράλληλα αναπτύχθηκαν αρκετά στασιαστικά κινήματα και διεθνικές κρίσεις που επέτειναν τη λαϊκή δυσαρέσκεια.
Αυτή την ασταθή περίοδο διατυπώθηκε και θεμελιώθηκε η πολιτική της μεγάλης ιδέας από τον Ιωάννη Κωλέτη, που έσβησε το 1922 στις φωτιές της Ιωνίας και της Σμύρνης. Τα κινήματα είτε αντάρτικα είτε ληστρικά ταλάνισαν την ελληνική επικράτεια στη δεκαετία 1840-1850 και σαν να μην έφταναν αυτά παρουσιάσθηκε η κρίση Πατσίφικο, ενός Αγγλοεβραίου που έπαθε μικροζημιές το σπίτι του από εορτάζοντες το κάψιμο του Ιούδα, Αθηναίους το Πάσχα του 1849.
Το κάψιμο του Ιούδα, Αθηναϊκό έθιμο και οι μικροζημιές του σπίτι του Πατσίφικο είχε ως συνέπεια οικονομική καταστροφή της χώρας μετά το Βρετανικό ναυτικό αποκλεισμό στο λιμάνι του Πειραιά, για την αποζημίωση του ως άνω, από το ναύαρχο Πάρκερ.

ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ

Διαρκούντος του αγώνα η χώρα έλαβε δύο δάνεια: α) 800.000 στερλινών εκ των οποίων στο εθνικό ταμείο έφθασαν 291.000 λίρες παρακρατηθέντων των λοιπών για τόκους, προμήθειες κ.ά. β) 2 εκατομμυρίων λιρών, εκ των οποίων στο εθνικό ταμείο έφθασαν 230.000 λίρες παρακρατηθέντων των λοιπών για τόκους, προμήθειες κ.ά.
Μετά το τέλος του αγώνα η κυβέρνηση έλαβε δάνειο 60 εκατομμυρίων φράγκων, εκ των οποίων στο εθνικό ταμείο εισήλθε 1.750.000 φράγκα. Τα δάνεια ελήφθησαν από Αγγλία και Γαλλία. Δάνειο επίσης ύψους 1.250.000 φλωρινίων του πατρός Λουδοβίκου στο γιο Όθωνα που βάρυνε το ελληνικό δημόσιο.
Τέλος, δάνειο 5 εκατομμυρίων δρχ της κυβέρνησης Κριεζή «δι εθνικούς σκοπούς» με τόκο 8% και υποθήκευση εθνικών κτημάτων. Το δάνειο συνήφθη το 1853. Επιπλέον υπήρχαν κι άλλα δάνεια μικρότερων ποσών όπως του Όθωνα από τον πατέρα του Λουδοβίκο που βέβαια επιβάρυναν όλα αυτά τη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας και σίγουρα την καθημερινότητα της ζωής των Ελλήνων.

Η ΕΛΛΑΔΑ ΜΕΤΑ ΤΑ ΠΑΡΚΕΡΙΚΑ ΚΙΝΗΜΑ ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΥ

Το 1850 έγιναν εκλογές στην Ελλάδα. Μόλις είχαν τελειώσει τα γεγονότα του Πατσίφικου (αποκλεισμός λιμανιών της χώρας από τον Αγγλικό στόλο – οικονομική ασφυξία – φτώχεια) που ονομάστηκαν Παρκερικά (Πάρκερ – Άγγλος ναύαρχος). Στις εκλογές αυτές κυριάρχησε η φιλοκυβερνητική παράταξη προς τον Όθωνα υπό τον πρώην οπλαρχηγό της Εύβοιας Κριεζή.
Η κυβέρνηση Κριεζή πριν το κίνημα Παπουλάκου αντιμετώπισε επιτυχώς τη σχέση Ελλαδικής εκκλησίας – Πατριαρχείου με τον ιερό Συνοδικό τόμο του 1850 που ομαλοποίησε, αποκατάστησε τις σχέσεις αυτές και κατέστησε την τοπική εκκλησία «… του λοιπού κανονικώς αυτοκέφαλο…».
Παρά ταύτα και μετά την υπογραφή του ιστορικού συνοδικού Πατριαρχικού κειμένου οι οπαδοί της πλήρους ανεξαρτησίας της εκκλησίας της Ελλάδας αντέδρασαν με προεξάρχοντα τον θεόκλητο Φαρμακίδη που οδήγησε στη μερική τροποποίηση με καταστατικό νόμο του συνοδικού τόμου υπάγοντας τον έλεγχο της διοίκησης της ελληνικής εκκλησίας στις αρμοδιότητες του υπουργείου Παιδείας και Δικαιοσύνης.
Στη συνέχεια κυριάρχησε στη χώρα η δίωξη εναντίον του Θεόφιλου ΚΑΪΡΗ καθηγητή και ιδρυτή του ορφανοτροφείου Άνδρου για τις φιλοσοφικές και θεολογικές αναζητήσεις του. Η κυβέρνηση Κριεζή παρακινούμενη από την Ιερά Σύνοδο οδήγησε τον Καΐρη σε δίκη στη Σύρο. Το 1852 ο Καΐρης καταδικάστηκε και πέθανε στη φυλακή, ενώ την επόμενη χρονιά ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την απόφαση και δικαίωσε τον Καΐρη.
Το 1852 συλλαμβάνεται (21 Ιουνίου 1852) ο Παπουλάκης ή Παπουλάκος ή μοναχός Χριστόφορος, κατά κόσμον Χρίστος Παναγιωτόπουλος από το χωριό Αρμπουνα Καλ/των (Δήμος Κλειτορίας) από το στρατηγό Γενναίο – Γιάννη Κολοκοτρώνη στη Λακωνία, ηγούμενος τουλάχιστον 500 ενόπλων Μανιατών και ακολουθούμενος από 5.000 λαού.
Κατά τον ιστοριογράφο Μπάμπη Άννινο, Ο Χρίστος Παναγιωτόπουλος σε μεγάλη ηλικία γίνεται μοναχός εξαιτίας βαρείας νόσου, μάλλον τυφοειδούς πυρετού. Μένει επί τριήμερον αναίσθητος και θεωρείται νεκρός. Επανέρχεται στη ζωή και τόσον οι συγγενείς του, όσον οι χωριανοί και ο ίδιος αποδίδει την ανάρρωση σε θαύμα.
Απαρνιέται τα εγκόσμια και «ήρξατο περιφερόμενος ως επαίτης εις τα πέριξ χωρία, μοναχικόν σχήμα φέρων και αναλαβών έκτοτε το όνομα Χριστόφορος». Ο Παναγιωτόπουλος πριν ενδυθεί το μοναχικό σχήμα ήταν κρεοπώλης στα χωριά του νυν δήμου Κλειτορίας με ειδίκευση μάλιστα στη σφαγή των χοίρων.
Ο Χριστόφορος είχε ευαισθησία στο γυναικείο πληθυσμό. Επισκεπτόμενος ναούς των γύρω χωριών εντοπίζει φτωχές γυναίκες που τους χαρίζει κάποια χρήματα από το φτωχό προσωπικό του ταμείο λέγοντάς τους να τηρήσουν αυστηρά μυστική την ευσπλαχνία του. Οι ελεούμενες βέβαια παράκουαν συνήθως την εντολή και διαλαλούσαν το μυστικό συμβάλλοντας έτσι στο χτίσιμο του μύθου του Παπουλάκου.

ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΗ

Αλλά και στην εφημερίδα «Αθηνά» της 30ης Ιουνίου 1852 που εκδίδονταν τότε στην Αθήνα καταγράφεται επιστολή του Χριστόφορου, απευθυνόμενη στις γυναίκες, το εκλεκτό του ακροατήριο, ύστερα από την απαγόρευση λόγω απαιδευσίας κι αμάθειας, που επέβαλε στο Χριστόφορο η Ιερά Σύνοδος να περιέρχεται κηρύττων το λαό. Η επιστολή δημοσιεύτηκε με τήρηση της ορθογραφίας και της σύνταξης της πρωτοτύπου και έχει ως εξής:
ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΗ

Εύ – χομε – θα σας πρόσεξε καλός μη γελαστί – τε κανής χριστιανός και γράφ – τίτε εις την Πολή-το-φρουράς δια να με πιάσετε γιατί όσι δε γράφτουν ή-νε με τον Χριστόν και όσυ γράφτουν ήνε με τον διάβολω. Ουδέ τα λόγια των Λαθηροκαρβέινων να αγρηκάτε… Γυναίκες δε μου είπατε ότι είστε χριστιανές. Όποια γυναίκα γραφθεί ο άντρας της ή το πεδί της εις το διάβολο να μην ιδή χαϊρι, ούτε εκείνοι, ούτε τα πεδία της, ούτε το σπήτη της.
Και μένω
Χριστόφορος.
Η γέννηση του Παπουλάκου λογαριάζεται ότι έγινε στο Άρμπουνα το 1770. Μοναχός έγινε μάλλον σε ηλικία 50 ετών, προφανώς κατά την έναρξη της επανάστασης του 1821. Ουδαμού ανευρέθη έως τώρα ίχνος συμμετοχής του μοναχού Χριστόφορου στον Ιερό Αγώνα καίτοι η επαρχία Καλαβρύτων κόχλαζε επαναστατικά και στο Δήμο Κλειτορολευκασίας δρούσε ο Πρωταντάρτης του αγώνα ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗΣ, ο άνθρωπος που χτύπησε στις 16 Μάρτη 1821 τους Τούρκους φοροεισπράχτορες στη Χελονοσπηλιά.
Ο Χριστόφορος μετά την απελευθέρωση της χώρας φαίνεται ότι έχτισε μονύδριο της Κοίμησης της Θεοτόκου στο βουνό Γκαμήλα του χωριού Αρμπουνα όπου ασκήτευε. Το 1847 περιόδευσε σε Αρκαδία και Αχαΐα διδάσκων και κηρύττων το θείο λόγο με απλοϊκά λόγια. Την πληροφορία αυτή αλίευσε ο Άνινος από την εφημερίδα «ΒΕΛΤΙΩΣΕΙΣ» της Τρίπολης όπου μάλιστα αναφέρεται και το ακόλουθο «θαύμα».
Περιοδεύων ο Χριστόφορος σε χωριό του Δήμου Φαρών έφτασε σε κάποιο χάνι (πανδοχείο). Ο πανδοχέας στην αυλή του χανιού με φίλους του έπινε ρακή (τσίπουρο). Ο λιτός μοναχός ζήτησε να πιει. Ο πανδοχέας αρνήθηκε περιπαίζοντάς τον. Ο Χριστόφορος τον καταράστηκε. Σε λίγο «έπεσε χαμαί, ωσεί εμβρόντητος και αναίσθητος». Οι πιστοί που ακολουθούσαν το μοναχό ομίλησαν «περί θαύματος». Ο πανδοχέας όμως συνήλθε καθότι η λιποθυμία του οφείλετο σε βαρεία μέθη.
Η διδασκαλία του Χριστόφορου ήτο λιτή και απλοϊκή. Ο ίδιος ήταν αγράμματος σχεδόν. Η ασκητική του ζωή και το αφιλοχρήματο του χαρακτήρος του έπειθε τους ακροατές «να απέχουν από της ληστείας, της ψευδορκίας, της κλοπής και πάσης άλλης κακίας…».

ΑΘΕΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

Καταπολεμούσε «τη θύραθεν παιδεία» παρακινώντας τους γονείς να διδάσκουν μόνοι τους τα παιδιά τους «οκτώηχο και ψαλτήρι» αφορίζοντας «τα άθεα γράμματα των αλληλοδιδακτικών σχολείων του ελληνικού βασιλείου και γενικά τις αναζητήσεις του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού».
Η απλοϊκή βαθιά του πίστη και ο χαρισματικός του λόγος ξεσήκωναν τα αδαή και πενόμενα πλήθη. Οι επιθέσεις του κατά «του λουθηροκαλβινισμού» του Όθωνα καθολικού όντος και της προτεστάντισσας Αμαλίας συνοδεύονταν με επιθέσεις ενάντια στη βαυαροκρατία, τους Άγγλους, το Φαρμακίδη, «φαρμάκι» όπως έλεγε, τον Καίρη αλλά και την Ιερή Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδας. Έλεγε τους Αρχιερείς «ανίκανους σκύλους» και για τους δύο κληρικούς «ο Καΐρης έβαλε τη φωτιά και ο Φαρμακίδης έχυσε το φαρμάκι».
Το 1848 η Σύνοδος της Ελλαδικής Εκκλησίας απαγόρευσε το κήρυγμα στο Χριστόφορο ένεκα «άκρας απαιδευσίας του». Το 1851 υπουργοί του Ρώσικου κόμματος της κυβέρνησης Κριεζή επίεσαν τη Σύνοδο και εχορήγησε άδεια κήρυκος στον μοναχό.

ΦΙΛΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΤΑΙΡΙΑ - ΦΛΑΜΙΑΤΟΣ

Η Ρωσία άλλωστε για τα δικά της συμφέροντα έναντι των Αγγλο-Γάλλων υποδαύλιζε στο όνομα της ορθοδοξίας διχασμού του λαού. Άλλωστε η διαβόητη «Φιλορθόδοξος Εταιρία» στα πρότυπα της Φιλικής Εταιρείας στήθηκε με προτροπή της Μόσχας. Η διαβόητη αυτή οργάνωση προπαγάνδιζε φανερά τους κινδύνους της πίστης από τον Ευρωπαϊκό διαφωτισμό και κρυφά τη μονόπλευρη ταύτιση της χώρας με «το ορθόδοξο ξανθό γένος του Βορά».
Η εταιρία είχε οπαδούς λαϊκούς και κληρικούς ειδικότερα στην Πάτρα ο Κεφαλονίτης μοναχός Κοσμάς Φλαμιάτος είχε απλώσει τα δίχτυα της εταιρίας σε όλα τα μοναστήρια του νομού φανατίζοντας τους μοναχούς αλλά και απλοϊκούς λαϊκούς (εκάρη μοναχός λίγο πριν πεθάνει στις φυλακές του Ρίου).
Ο Φλαμιάτος θεωρούσε τον Όθωνα και την κυβέρνηση όργανα των Άγγλων και διατυμπάνιζε τους κινδύνους της ορθοδοξίας από το «λουθηροκαλβινισμό» σε μυστικά φυλλάδια που κυκλοφορούσε. Θεωρούσε «μιαρά» τη Σύνοδο και «κατασκόπους» τους επισκόπους της εκκλησίας του ελεύθερου κράτους. Διατυμπάνιζε ότι το Σύνταγμα του 1844 ήταν «εφεύρεσις σατανική των Άγγλων» και προέτρεπε το λαό σε ανυπακοή.
Ο Κεφαλονίτης Φλαμιάτος θρησκομανής και απαίδευτος, λάτρης των χρησμών του Αγαθαγγέλου ήταν φανατικός Ρωσόφιλος. Η κατοχή των Ιονίων νησιών από τους Άγγλους και η σκληρή αποικιοκρατική τους αντίληψη δημιούργησε στην ψυχή του Κοσμά άσπονδο μίσος κατά των αποικιοκρατών της ιδιαίτερης πατρίδας του Κεφαλονιάς, που τον οδήγησε στην απλοϊκότητα των Αγαθαγγελικών προρήσεων και των λουθηροκαλβινικών κινδύνων για την ορθοδοξία.
Κατά έκθεση του τότε επάρχου Καλ/των, το Μέγα Σπήλαιο είχε γερό πυρήνα, αδελφάτο της φιλορθοδόξου εταιρίας. Τα φυλλάδια «Η φωνή της Ορθοδοξίας» και «Ερμηνεία των χρησμών του Αγαθαγγέλου» έφθαναν και στο Μέγα Σπήλαιο με παραλήπτη τον ηγούμενο Ιγνάτιο. Προφανώς ο Χριστόφορος Παπουλάκος ήταν γνώστης, συνδρομητής και αναγνώστης αυτών των φυλλαδίων. Άλλωστε οι νομάρχες Λακωνίας και Αχαιοήλιδας, καθώς και οι έπαρχοι και οι αστυνομικοί στις τότε εκθέσεις τους αναφέρουν τα περιεχόμενα των διδασκαλιών και λόγων του Παπουλάκου ως πανομοιότυπα των αντιλήψεων Φλαμιάτου. Ανάλογο αδελφάτο ου Μεγάλου Σπηλαίου καταγράφουν οι εκθέσεις στην Αγία Λαύρα και τον Άγιο Αθανάσιο Φιλίων (μονές της επαρχίας).
Η επιρροή του Φλαμιάτου «στον όσιο Χριστόφορο» όπως ο ίδιος ονομάζει σε επιστολή του τον Παπουλάκο δεν αμφισβητείται. Σε εκθέσεις τους στο Υπουργείο Εσωτερικών τόσο ο νομάρχης Αχαιοήλιδας όσο και ο έπαρχος Καλ/των ύστερα από την έρευνα της αστυνομίας και κατάσχεση των αρχείων του Φλαμιάτου αλλά και διαφόρων μονών όπως του Σπηλαίου, καταγράφουν με λεπτομέρειες όχι μόνο πνευματικές επιρροές και σχέσεις «Φλαμιάτου – Χριστόφορου» αλλά και την οικονομική βοήθεια του πρώτου στο δεύτερο, που σαφώς ο Παπουλάκος διέθετε σε αγαθοεργίες.

ΕΝΘΟΥΣΙΩΝ ΜΕΧΡΙ ΘΕΟΛΗΨΙΑΣ

Είναι προφανές ότι ο αφελής, ο απλοϊκός αλλά και απαίδευτος Παπουλάκος, ο κατά τα άλλα ενάρετος πρώην χασάπης και νυν μάλλον αυτοχειροτόνητος κατά την Ιερά Σύνοδο καλόγηρος με το χάρισμα του λόγου του προικισμένος και τη διάφανη ασκητική του ζωή, κατέστη το κατάλληλο όργανο διαβόητων συνομοτών και καιροσκόπων τύπου Φλαμιάτου.
Στο δ’ τομο «της Ιστορίας του Ελληνικού έθνους» του Παύλου Καρολίδου διαβάζουμε για το Χριστόφορο: «ο ευσεβής απλούς το ήθος … και ζηλωτής της ορθοδοξίας … καταγόμενος από των περιχώρων των Καλ/των, μέχρι Θεοληψίας ενθουσιών προς τα πάτρια… πλήρως αφείθη αυτώ ελευθερία εν τω έργω της διδαχής…».
Στον α’ τόμο της «Πολιτικής ιστορίας της νεωτέρας Ελλάδας» ο Γεώργιος Ασπρέας αντιπαρέρχεται το λεγόμενο κίνημα Παπουλάκου και καταγράφει ότι «θρησκευτικαί τινές έριδες … συνετάραξαν το λαό και επατάχθησαν καλώς και εγκαίρως, χωρίς να αφήσωσιν λυπηρά ίχνη πλην της πενθίμου σελίδος του θανάτου του Α. Καϊρη… συντριβέντος υπό της κλασικής θρησκοληπτικής τυπολατρείας…».
Τον Οκτώβρη του 1851 οι περιοδείες του Παπουλάκου κορυφώθηκαν στο Μωρηά. Τότε θριαμβευτής εισήλθε στην Καλαμάτα ακολουθούμενος από ενόπλους Μανιάτες και πλήθη αλλαλάζοντος λαού. Οι θρύλοι περί θαυμάτων του μοναχού κάλπαζαν. Ήδη το μάλινο ράσο του αποκόπτονταν σε μικρά κομμάτια, ώστε οι γυναίκες να φτιάξουν φυλαχτά για τα παιδιά και το σπίτι, ακόμη και για να ζυμώσουν ψωμί χωρίς ζύμη, ρίπτοντας το κατά το ζύμωμα στο σκαφές (σκάφη ζύμωσης), αλλά και οι ψαράδες στα δίχτυα τους για καλή ψαριά.
Οι Αθηναϊκές εφημερίδες της εποχής περιγελαστικά κατέγραφαν την απλοϊκότητα αλλά και δεισιδαιμονία του πλήθους, γράφοντας μεταξύ άλλων ότι το φούσκωμα της ζύμης οφείλονταν στον ιδρώτα και τη λιπαρότητα του ράσου, από την απλυσιά.
Ο φανατισμός του πλήθους στην αγιότητα του μοναχού δημιουργούσε ποικίλα παραληρήματα αφού όχι μόνο το ράσο ήταν θαυματουργό, αλλά και οι τρίχες των γενείων του, που ηρέμως και καλακαγάθως επέτρεπε στις γυναίκες ο μοναχός να τις αφαιρούν.
Οι τότε αστυνομικές εκθέσεις του βίου και τη πολιτείας του περιοδεύοντος μοναχού αναφέρουν πολλά τεχνάσματα του Χριστόφορου και πανουργίες για εντυπωσιασμό των πιστών. Έλεγε π.χ. απευθυνόμενος σε μία ομάδα «Γιάννη φέρε μου νερό» χωρίς φυσικά να γνωρίζει κανένα. Απλά και βέβαια σωστά υπέθετε ότι αυτό το όνομα ήταν πολυχρησιμοποίητο. Ο όποιος Γιάννης σταυροκοπώντας, απορώντας και θαυμάζοντας τον προφήτη, του έφερνε νερό.
Άλλοτε αναφωνούσε σε ομάδα ανδρών «σείς οι ζωοκλέπτες» που σίγουρα κάποιοι ήταν τότε λόγω εποχής κατσικοκλέφτες ή αναφωνούσε σε γυναίκες «ελάτε εδώ εσείς που κάμνετε μάγια…» άλλο σύνηθες για την εποχή ελάττωμα.
Τα κηρύγματα του Χριστόφορου ήταν έμπλεα μεταφορών και παρομοιώσεων, προκειμένου να τα κατανοεί το ακροατήριό του. Γνώστης των εν εσπερία εφευρέσεων αντιμάχετο την πρόοδο, αποκαλώντας τα ατμόπλοια «καρότσες του διαβόλου» τον ενσύρματο τηλέγραφο « μια κλωνά που αθ δέσει τον τόπο». Κατηγορούσε τον ευπρεπισμό της κόμης θεωρώντας τα τσουλούφια «μαξιλαράκια του διαβόλου».
Εστρέφετο επίσης κατά επί του Ιερού Ευαγγελίου στα δικαστήρια θεωρώντας ότι αντιβαίνει στο γράμμα και το πνεύμα των Ευαγγελικών κειμένων, αποκαλώντας τα δικαστήρια «γυφτόσπιτα». Περίεργες είναι οι θέσεις του Παπουλάκου στην προσπάθειά του να καταγγείλει «διάφορα είδη αισχρών ασελγειών» με λεπτομερείς σαδομαζοχιστικές αναφορές! Ο Νομάρχης Μεσσηνίας σε έκθεσή του στο Υπουργείο Εσωτερικών στις 6-7-1852 αναγράφει ότι αγανακτισμένος «ήρχισε, στην Καλαμάτα τας ομιλίας του με απεραντολογίαν των πλέον βαναύσων και ανηκούστων αισχρολογιών, αναπτύξας ο θεομπαίκτης με σκάνδαλον τα διάφορα είδη αισχρών ασελγειών» θεωρώντας ότι «αισχρολογεί ανηκούστους αισχρολογίας και προσβάλλει την ηθικήν».

ΛΗΡΟΥΣ ΑΣΕΜΝΟΥΣ

Ο κατά την Ιερά Σύνοδο «αναδειχθείς κήρυξ και απόστολος αυτοχειροτόνητος» Χριστόφορος περιήλθε όλους τους νομούς και τις επαρχίες του Μωρηά αλλά και στα πλησιέστερα νησιά του Αργοσαρωνικού, Ύδρα και Σπέτσες, όπου και απέκτησε, ιδιαίτερα στις Σπέτσες, φανατικούς οπαδούς.
Τον Μάιο του 1852 δρώντος του Χριστόφορου στη Λακωνία, η Ιερά Σύνοδος απέστειλε στον ιερό κλήρο και το λαό εγκύκλιο που αργότερα κοινοποίησε πανελλαδικά για συνετισμό. Καταγγέλλει τον Παπουλάκο ότι «… λήρους ασέμνους και σκανδαλώδεις εξερευγόμενος διαστρέφει δι αυτών τη γνήσιαν του Θείου Ευαγγελίου Διδασκαλίαν καθιστών αυτήν νυν μεν γελοίαν, νυν δε ως πολεμίαν εις τα παρ’ ημίν καθεστώτα … εμπνέων εις τας κεφαλάς των απλουστέρων ιδέας τω όντι Αντιχριστιανικάς και Αντίθεους…». Κηρύσσεται δε αυτός «… ως αντάρτης της Εκκλησίας, ως αδόκιμος και απόβλητος…». Άξια παρατήρησης είναι μεταξύ των άλλων και η υπογραφή του Μητροπολίτη Καλαβρύτων Βαρθολομαίου.
Η εγκύκλιος αυτή εξόργισε και φανάτισε τον Παπουλάκο και τους οπαδούς του. Διέδωσαν ότι η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδας δια της εγκυκλίου καταργεί το βάπτισμα προ του εικοστού έτους της ηλικίας, το άγιο μύρο, τις νηστείες και τις εικόνες από τους ναούς. Στις Σπέτσες μάλιστα 3.000 πολίτες προέβησαν σε βανδαλισμούς και βιαιότητες τόσο στο επαρχείο Σπετσών όσο και στην οικία του εκκλησιαστικού επιτρόπου, απειλούντες μάλιστα να υψώσουν τη ρώσικη σημαία στο νησί και να αυτονομηθούν. Ανάλογες ταραχές συνέβησαν και στο Κρανίδι τον Ιούλιο του 1852.
Το φθινόπωρο του 1852 ο Χριστόφορος περιόδευε στη νότια Πελοπόννησο(Μεσσηνία – Λακωνία). Οι οπαδοί του θεωρούσαν πλέον αυτόν Άγιο και θαυματουργό. Οι λόγοι του … εγίνονταν καθαρά πολιτικοί. Ο τότε νομάρχης Μεσσηνίας Ραυτόπουλος σε έγγραφό του στο Υπουργείο Εσωτερικών καταγγέλει «δημεγερσίας και συνομωσίας κατά των καθεστώτων» υπό του Παπουλάκου και διαπιστώνει ότι «…διόλου πλέον δεν εδίστασα ότι τον πλάνον αυτόν τον διέπει χειρ αφανής, διευθύνουσα σχέδιου καταχθόνιου… ανάπτων την πυρκαϊάν της στάσεως…».
Με ορμητήριο τη Μάνη ο Χριστόφορος απειλούσε να εκστρατεύσει εναντίον των Αθηνών με «20.000 ανθρώπους» ακόμη δε και εναντίον της Κωνσταντινούπολης με τη βοήθεια των Ρώσων, κατά τις εκθέσεις της αστυνομίας, των επάρχων και των Νομαρχών της περιοχής.
Ο ενθουσιασμός και η μανιακή φρενίτιδα τυφλής πίστης του λαού στο νέο προφήτη είχε υπερυψωθεί. Έξι χιλιάδες ανδρών, γυναικών και παιδιών συνόδευσαν τον προφήτη στο χωριό Μαυροβούνι του τότε Δήμου Αβίας. Ο τότε νομίατρος Μεσσηνίας σε επιστολή του στο Νομάρχη αναφέρει τερατολογίες που φανάτιζαν τους οπαδούς του Χριστόφορου κατά τα κηρύγματα του ιδίου. Έτσι σε αντίτυπο της οκτωήχου το τροπάριο «Αγγελικαί δυνάμεις επί το μνήμα σου …» ανέγραφε από τυπογραφικό λάθος «Αγγλικαί…». Άρα τούτο ως έλεγε ο Χριστόφορος ήταν επίβουλος ενέργεια των Λουθηροκαλβινιστών να αλλοιώσουν την πατρώα πίστη.
Έτερο τυπογραφικό λάθος του στίχου «Αινείτε τον Κύριον…» σε άλλο βιβλίο, που το Αινείτε αναγράφονταν Αρνείτε, καταγγέλλονταν από τον Χριστόφορο ως έτερο αποδεικτικό στοιχείο αλλοίωσης της πατρώας πίστης από τους Άγγλους και τον Όθωνα με συμπαιγνία όχι μόνο της κυβέρνησης Κριεζή αλλά και της αυτής ταύτης της Ιεράς Συνόδου του Βασιλείου της Ελλάδας.
Σημειώνουμε ότι η μανιακή φρενίτιδα για το νέο προφήτη στη Λακωνία δεν είχε συμπαρασύρει μόνο τους ορεινούς κύρια Λάκωνες και Μεσσήνιους, αλλά και το σύνολο σχεδόν του ιερατείου της περιοχής. Ο επίσκοπος μάλιστα της Ασήνης γέρων Μακάριος ήταν στην πρώτη γραμμή των οπαδών και προστατών του προφήτη. Τα αρχεία της εποχής μάλιστα θεωρούν τον Μακάριο φιλόδοξο, που είχε πειστεί από τις υποσχέσεις του Χριστόφορου να ανακηρυχθεί Πατριάρχης της ελεύθερης Ελλάδας, μετά την επικράτηση του στο πανελλήνιο.

ΕΠΙΤΙΜΙΟ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΟΥ

Βέβαια ο Μακάριος αργότερα άλλαξε ρότα και έκραξε το Χριστόφορο με σφοδρό επιτίμιο γράφοντας ότι οι διδαχές του Παπουλάκου είναι «σαθρές, ανοίκειες και σκανδαλώδεις». Έτσι προέτρεπε το ποίμνιό του να μην τις παρακολουθεί. Μάλιστα απειλούσε και αφόριζε τους παρακούοντες γράφοντας «όστις δε τυχόν ήθελε παρακούσει τα ανωτέρω τον έχομεν αφορισμένον, κατηραμένον και μετά θάνατον άλυτον, να έχει δε και τας αράς των τριακοσίων δέκα και οκτώ Θεοφόρων Αγίων Πατέρων».

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟΝ ΟΘΩΝΑ

Τον Μάιο του 1852 ο Παπουλάκος ευρισκόμενος στη Λακωνία εν μέσω φανατικών οπαδών του αλλά και ενόπλων Μανιατών, προφανώς αισθάνθηκε ασφαλής και δυνατός. Αρνήθηκε τη μετάβασή του στην Αθήνα και την ακρόαση του στην Ιερά Σύνοδο και σαφέστατα εξύφαινε τα σχέδιά του για «να σώσει την πατρίδα, το λαό και την πίστη».
Έτσι λοιπόν έπεψε πολεμικό διάγγελμα στον Όθωνα με το οποίο συνοπτικά περιγράφει τις αντιλήψεις του αλλά με περισσή ασυναρτησία, ασάφεια και αγραμματωσύνη λόγω της αμάθειάς του. Το έγγραφο αυτό διέσωσε ο ιστοριογράφος Άννινος διατηρώντας την ορθογραφία και τη σύνταξή του. Είναι χαρακτηριστικές οι ακόλουθες περικοπές. «Από το 1830 έως τα 1852 την μπίστιν μας τη χάσαμε, διατή μας το έδοσες εγγράφως δια χειρόν σου δια να φυλάξης την μπίστιν μας… Εσταθίκαμε και εμολύναμε τη Άγιον Ευαγγέλιον του Αφεντού μας Χριστού, με τους όρκους … η μεγαλιώτη σου πως έχει χωριά παπά εις, την μπίστιν σου και χωριστά η Βασίλισσα… θέλομεν τον Δεσπότη μας να είναι ανεξάρτητος και να μην τον ορίζει η Σύνοδος… Θέλομεν να βάλωμεν διδασκάλους κοινούς με τον ωκτόηχον και με το ψαλτήριον και με τους Αποστόλους μας και όσα βιβλεία όπου εσύνθεσαν οι προπατορές μας. Ελληνικούς και Αλλιλοδιδακτικούς Διδασκάλους δεν τους θέλωμεν…».

ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΣ – ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΣ - ΡΩΣΙΑ

Το έτος 1853 συμπηρώνονταν 400 ολόκληρα έτη της κατάλυσης του βυζαντινού κράτους και της άλωσης της πόλης από τους Οθωμανούς. Οι οπαδοί των προφητειών του Αγαθάγγελου θεωρούσαν το έτος 1853 ως τη Θεόθεν σταλμένη χρονιά που «το ξανθό γένος του Βορά θα εκδιώξει το άπιστον σπέρμα του Αγάρ, έως της κόκκινης μηλιάς…» Έτσι λοιπόν το έτος 1852 ήταν έτος παραμονής αυτών των εξελίξεων. Συνεπώς θεωρείται ότι μερίδα των Ρωσοφρόνων (Ναπαίων), σύμπασα η Φιλορθόδοξος Εταιρία του Φλαμιάτου, αλλά και ο αχυράνθρωπος αυτών των φαντασιώσεων Χριστόφορος Παπουλάκος όξυναν την κατάσταση στην κοινωνία προκαλώντας και το κράτος και την εκκλησία, σε αναμονή εξελίξεων.

ΘΕΟΚΛΗΤΟΣ ΠΟΛΥΕΙΔΗΣ ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ

Γράφηκε Ελληνιστί από τον Αγαθάγγελο στη Σικελία το 1279. Εκδόθηκε στο Μιλάνο το 1555 από το Βενεδεκτίνο μοναχό Ιάκωβο Παλαιώτο Ιταλιστί. Το 1751 μεταφράσθηκε στην Ελληνική από τον αρχιμανδρίτη Θεόκλητο Πολυειδή. Βέβαια αργότερα διαπιστώθηκε ότι ο πραγματικός δημιουργός των προφητειών ήταν ο ίδιος ο Πολυειδής.
Οι μελετητές του Αγαθαγγέλου κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι μάλλον ο αρχιμανδρίτης Πολυειδής δημιούργησε τις σοφιστείες του κινούμενος από σφοδρό μίσος εναντίον των Παπιστών (καθολικών) αλλά και από σφοδρή φιλοπάτριδα αγάπη του για επανίδρυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ο ίδιος άλλωστε ιεράτευε στη Δύση (περιοχή Λειψίας). Οι προρρήσεις του Αγαθαγγέλου κατά τον ιστορικό Ι. Φιλήμονα ωφελούσαν γιατί «το πλήθος εχειραγωγείτο ωφελίμως και από τας οπτασίας του Αγαθαγγέλου, πιστεύον δογματικώς τη μέλλουσσαν μεταβολή της τύχης του…».
Οι προφητείες αυτές κλονίστηκαν κατά το αποτυχημένο κίνημα του 1770 (Κατσώνης – Ορλώφ) και την επακολουθήσασα Ρωσοτουρκική ειρήνη. Η απογοήτευση του λαού μας συνεχίστηκε για περισσότερα από 60 χρόνια. Η έλευση όμως του Όθωνα αναζωπύρωσε τις προρρήσεις του Αγαθαγγέλου στην κοινή γνώμη και το γιατί υπήρχε πρόρρηση στο βιβλίου του Πολυειδούς ειδικά για τη Γερμανία από όπου κατάγονταν ο Όθωνας. Ειδικότερα κατά τη σχετική προφητεία ο Γερμανός αυτοκράτορας θα διέλυε και θα καθυπότασσε «εν εξακουστώ αλλαλαγμώ της δύσεως … την του Ισμαήλ δύναμιν…»/
Ο επελθών όμως Κριμαϊκός πόλεμος μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας διέψευσε όνειρο της «Μεγάλης Ιδέας» του ελληνικού λαού, αφού οι ένοπλες επαναστάσεις στην Ήπειρο, τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία κατεστάλησαν μετά την κατάληψη του Πειραιώς και των Αθηνών υπό των Αγγλογάλλων συμμάχων των Τούρκων.
Η συνθήκη ειρήνης του 1856 αντί νέων κατακτήσεων στην Ελλάδα άφησε τη χολέρα και την πείνα ως δώρο της ξενοκρατίας στη χώρα.

ΒΑΛΙΑΝΟΣ – ΦΛΑΜΙΑΤΟΣ ΦΙΛΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΤΑΙΡΙΑ

Ο «βίαιος» διαχωρισμός της Ελλαδικής εκκλησίας από το οικουμενικό Πατριαρχείο με απόφαση ενός καθολικού νομομαθούς, ξένου και φερτού καλοπληρωμένου Αντιβασιλέα, του Μάουερ, συντάραξε τις καρδιές του λαού, διαισθανόμενου κινδύνους της πατροπαράδοτης ορθόδοξης πίστης. Την τάση αυτή υποδαύλιζε τόσο η ρώσικη τσάρικη αυτοκρατορία, όσο και οι ντόπιοι υποστηρικτές της, το ρωσόφιλο κόμμα των αποκαλούμενων Ναπαίων (από κάποιον οπαδό Νάπα).
Στο κόμμα των Ναπαίων ανήκαν επιφανείς Έλληνες της επανάστασης όπως ο Κολοκοτρώνης και ο Μακρυγιάννης. Ορισμένοι εκ των επιφανών ανδρών συγκρότησαν από τα χρόνια της Αντιβασιλείας του Όθωνα μία μυστική εταιρεία, τη φιλορθόδοξη στα πρότυπα της φιλικής εταιρίας . Με την πάροδο των χρόνων η εταιρία και οι εταιριστές εξέπεσαν στα μάτια του λαού. Έτσι βρήκαν ευκαιρία λογής τυχοδιώκτες, αμαθείς και φαντασιοσκόποι, με ψυχοτροπική άρρωστη προσωπικότητα να εισέλθουν και να ηγηθούν μάλιστα αυτής.
Πριν το Φλαμιάτο στην Πάτρα, αρχηγός της εταιρίας ήταν ένας τυχοδιώκτης Βαλιάνος τον οποίον ο Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματά του γράφει μεταξύ άλλων « …έβανε όλους τους σουρτούκηδες στην εταιρία και τους γέλαγε … (πως) είχε όπλα και καράβια και στρατέματα και 500.000 τάλαρα … (για τη Μεγάλη Ιδέα) …τους έπαιρνε τα χρήματα, τα ‘τρωγε, ύστερα τους πρόδινε… στην κυβέρνηση και τον βασιλέα…». Οι τυχάρπαστοι εταιριστές κατά τη συγκυρία γίνονταν όργανα πότε της Ρεντιγκότας (Άγλλοι) πότε της Μοσχομάγκας (Γάλλοι) πότε των Ναπαίων (Ρώσοι).
Ο Βαλιάνος υποκίνησε λησταντάρτικο κίνημα το 1847 στην Πάτρα καθοδηγούμενο από τον Άγγλοπατρινό Βουδ με εντολή της Αγγλίας. Ο στασιαστής Μερεντίτης λοχαγός της τοπικής φρουράς άρπαξε 15.000 δρχ. με τη βοήθεια του Βουδ από το Δημόσιο Ταμείο και 25.000 δρχ. από την Τράπεζα της Ελλάδος και απέπλευσε με το Αγγλικό πολεμικό πλοίο Σπιτφάιρ μαζί με το Βαλιάνο από την Πάτρα. Σκοπός των Άγγλων βέβαια ήταν ο βαθύτερος έλεγχος του Όθωνα και η υποταγή του.
Τον φυγάδα Βαλιάνο διαδέχθηκε στη διαβόητη εταιρία ο Φλαμιάτος αμαθής και θρησκόληπτος και φυσικά Αγαθαγγελιστής . Εκδότης διαφόρων προπαγανδιστικών φυλλαδίων όπως «Η φωνή της ορθοδοξίας» σέρβιρε ασύστολα ψεύδη για την ορθοδοξία, την παιδεία και το πολίτευμα. Θεωρούσε τον Παπουλάκο «βροντώδη φωνή που κατέβαινε από τον ουρανό». Αποδέκτες των φυλλαδίων ήταν οι καλόγεροι του Μεγάλου Σπηλαίου και των άλλων μονών του Μωρηά.

ΚΑΤΑΣΤΑΛΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ - ΣΥΛΛΗΨΕΙΣ

Η κυβέρνηση Κριεζή ύστερα από τα απανωτά μηνύματα βουλευτών, νομαρχών, επάρχων και αστυνομίας αντέδρασε διατάσσοντας συλλήψεις. Λογαριάζονται σε 150 οι συλληφθέντες καλόγηροι. Στην Αχαΐα δε συνελήφθησαν ο Φλαμιάτος, οι Σπηλαιώτες Ιγνάντιος και Παρθένιος και βέβαια ο υποστράτηγος Γενναίος. Κολοκοτρώνης έσπευσε στη Μάνη επικεφαλής των 2.000 αντρών να συλλάβει τον Παπουλάκο.
Τον υποστράτηγο μετέφερε το ατμόπλοιο του πολεμικού ναυτικού «Αμαλία» μαζί με τα συνοδά πλοία «Ναυπλία» και «Σκύλλα». Οι στρατιώτες και οι ναύτες των τριών πολεμικών πλοίων λίγο πριν τον απόπλου από τον Πειραιά συνέθεσαν δίστοιχο που τραγουδούσαν στους δρόμους της νυκτερινής Αθήνας ως εξής:
«Ναυπλία μου Ναυπλία
Ναυπλία ποθητή
Αι σάλπιγγες φωνάζουν
Στη Μάνη οι στρατοί

Αγύρτη Παπουλάκη
Ανίσως και πιασθείς
Στο τρίγκο της Ματθίλδης
Ευθύς θα κρεμασθείς.»
όπου Ματθίλδη ήταν το τέταρτο πολεμικό πλοίο στη Λακωνία.
Η παρουσία μεγάλης στρατιωτικής δύναμης στην περιοχή και η ανάθεση της αρχηγίας του σώματος στο γιο του γέρου του Μωρηά συντέλεσε στη μείωση του φανατισμού των Παπουλακιστών και τη φυγή του Χριστόφορου μεταμφιεσμένου σε φουστανελοφόρο, χωρίς ράσο στα δύσβατα μέρη της ορεινής δυτικής Λακωνίας. Οι στρατιωτικές και αστυνομικές αρχές στην περιοχή, θέλοντας να αποφύγουν αιματηρή σύγκρουση με τα υπολείμματα των Παπουλακιστών. Κατέφυγαν στη διπλωματική οδό, προσφέροντας 6.000 δρχ., ποσό τεράστιο για την εποχή, στον οπαδό του και σημαιοφόρο των ενόπλων σωματοφυλάκων του Χριστόφορου, στον ιερέα Παπαβασίλαρο.
Ο Παπαβασίλαρος οδήγησε το απόσπασμα χωροφυλακής στη μονή Βοϊδονίτσας, στην περιφέρεια Καρδαμύλης. Εκεί επείσθη ο Χριστόφορος για ασφάλειά του να μεταβεί στην περιοχή Κολοκυνθίου. Συνοδευόμενος από τον Παπαβασίλαρο και από έξι ενόπλους χωροφύλακες μεταμφιασμένους σε χωρικούς συνελήφθη στο μικρό μοναστήρι Τζέγκου, καθ’ οδόν προς Κολοκύνθιο. Η σύλληψη έγινε στις 24 Ιουνίου 1852, αναίμακτα και χάρη στην προδοσία του παπά.
Ο Χριστόφορος συνοδευόμενος από τον υποστράτηγο Γενναίο Κολοκοτρώνη στο πολεμικό πλοίο «Όθων» κατέπλευσε στον Πειραιά. Η σύλληψη του προκάλεσε τις αντιπολιτευόμενες εφημερίδες του ρώσικου κόμματος.
φημερίδα «ΑΘΗΝΑ» με πύρινα άρθρα κατακεραύνωνε την κυβέρνηση Κριεζή αποκαλώντας το Χριστόφορο «κολώνα του Ναπισμού».
Ο Παπαβασίλαρος μετά την προδοσία του στάθηκε αδύνατο να παραμείνει στον τόπο του γιατί κινδύνευε να δολοφονηθεί από αμετανόητους Παπουλακιστές. Κατέφυγε στην Αθήνα για να εισπράξει τα λύτρα και να γλιτώσει. Δολοφονήθηκε ένα χρόνο μετά, από κάποιο νεαρό γιατί είχε βιάσει την αδερφή του.

ΛΑΚΩΝΕΣ ΚΑΙ ΠΑΠΟΥΛΑΚΗΣ

Στη Λακωνία όμως και κύρια στη Λακωνική Μάνη οι διδαχές του Χριστόφορου, παρέμειναν στις καρδιές του λαού επί μακρόν χρόνον. Σε εμπιστευτική του έκθεση στο Υπουργείο Εσωτερικών ο Νομάρχης Λακωνίας σημειώνει: «η θρησκευτική αυτή παραφορά των Λακώνων, ομοιάζει τους εις την πολυομβρίαν με ορμήν ρέοντας χειμάρρους, και άμα το αίτιον της παραφοράς των και της θρησκευτικής των μέθης εξέλιπεν, κατηυνάσθη το εξημένον αίσθημα τους. Ο χρόνος δε θέλει κάμει να εξαλειφθεί ολοσχερώς από τας καρδίας των…».
Εκ των κρατικών αρχείων της εποχής συνάγεται ότι το κίνημα του Χριστόφορου ή Παπουλάκη ή Παπουλάκου, κόστισε στο ελληνικό κράτος 36.000 δρχ., εκ των οποίων 6.000 έλαβε ως αργύρια προδοσίας ο Παπαβασίλαρος. Το ποσόν είναι βέβαια τεράστιο για την εποχή αυτή, όταν ένα ζεύγος καλοφτιαγμένων τσαρουχιών δεν ξεπερνούσε τη μία δραχμή.
Ο μέντορας και καθοδηγητής του Χριστόφορου, ο Κοσμάς Φλαμιάτος απεβίωσε εντός ολίγων μηνών στις φυλακές Πατρών. Εντός των φυλακών ο Φλαμιάτος εκάρη μοναχός από συνεγκλείστους καλογήρους και θάφτηκε ως μοναχός, παρατύπως. Η φιλορθόδοξος εταιρία πλέον διαλύθηκε.
Ο 80χρονος Χριστόφορος από τον Πειραιά απεστάλη με το πολεμικό πλοίο «Ματθίλδη» πάλι στην Πάτρα. Εκεί παραλήφθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και τον φρούραρχο της πόλης, για να οδηγηθεί στις φυλακές του Ρίου, σε ιδιαίτερο μονήρες κελί με τον αριθμό 13.
Τον Ιούνιο του 1853 ο Χριστόφορος επανήλθε στον Πειραιά προκειμένου να εκδικασθεί στο κακουργιοδικείο για πολλές εγκληματικές πράξεις. Η δίκη αυτή δεν έγινε ποτέ, φοβούμενες οι αρχές επεισόδια των Παπουλακιστών και την ανέβαλαν για τον Αύγουστο. Ο Όθων απένειμε χάρη, λόγω μεταμέλειας του Χριστόφορου. Η Ιερά Σύνοδος όμως της Εκκλησίας της Ελλάδας επέβαλε πνευματικό περιορισμό και ο γέροντας μοναχός εγκλείσθηκε στη μονή Παναχράντου της νήσου Άνδρου, υπό αστυνομική φρούρηση.
Η παραμονή του Παπουλάκη στην Άνδρο, μετέτρεψε τη μονή σε χώρο επισκέψεων οπαδών του από όλη σχεδόν την Ελλάδα. Η επαφή του νεοπροφήτη με τους οπαδούς του, παρά τη φρούρηση του ήταν σχεδόν απρόσκοπτος. Περί το 1855 έγινε Μητροπολίτης Άνδρου ο Καλαβρυτινός Μητροφάνης Οικονομίδης. Όταν ο νέος επίσκοπος επισκέφθη το μοναστήρι της Παναχράντου, βρήκε και τον γέροντα Χριστόφορο, που εγνώριζε στα Καλάβρυτα. Εντός του νέου όταν συναντήθηκαν οι δύο άνδρες, ο γέροντας Χριστόφορος αντί χαιρετισμού ανέκραξε ειρωνικά: « Και εσύ Μήτρο έγινες Δεσπότης! Καλά θα πάγει τότε η Εκκλησία!!!». Ο δεσπότης οργίσθηκε και χτύπησε το γέροντα με την ποιμαντορική ράβδο. Ο δικηγόρος του Καΐρη Σαρίπολος έψεξε το Δεσπότη και υπερασπίστηκε το γέροντα.
Μετά το επεισόδιο αυτό ο οργισμένος δεσπότης διέταξε στενότερη φρούρηση του γέροντα και διακοπή των σχεδόν καθημερινών ομιλιών του με τους επισκέπτες Παπουλακιστές. Ο Παπουλάκος απεβίωσε το Γενάρη 18 προ 19 του 1861 και θάφτηκε στο κοιμητήριο του μοναστηριού. Στο περιοδικό ΕΣΤΙΑ του έτους 1888 (αριθμός 695 Μάης) καταγράφονται οι προσπάθειες των Παπουλακιστών να τον αγιοποιήσουν.
Είναι χαρακτηριστικό τα ακόλουθα αποσπάσματα: « … Κυνουριείς δε τίνες εν Κωνσταντινοπόλει διαμένοντες ανέθηκαν εις ζωγράφον να κατασκευάσει την εικόνα του και επειδή ο ζωγράφος … δεν εγίγνωσκε τα χαρακτηριστικά του, οδήγησαν αυτόν εις τον ναόν και δεικνύοντες αυτώ την εικόνα του προφήτου Ηλιού, παρήγγειλαν αυτήν να αντιγράψει, διότι παρόμοιος ήτο ο Παπουλάκης.
Επίσης Λάκωνες τινές, μετά τινα έτη μεταβάντες εις μονήν Παναχράντου, εζήτησαν την άδειαν να ανασκάψουν τον τάφον του Χριστόφορου, όπως παραλάβουν την κάραν του. Αλλ’ οι εν τη μονή απήντησαν ότι ηγνόουν που έκειτο τεθαμμένος …».

Ο ΦΙΛΑΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ Ο ΠΑΠΟΥΛΑΚΗΣ

«… Ο μακαρίτης Χριστόφορος εκ του χωρίου Αρμποννα του δήμου Κλειτορίας των Καλαβρύτων, πρώτος εξάδελφος του πεθερού της αδερφής μου, όστις διήγεν ασκητής έτη πολλά … ενενηκοντούτης αγράμματος εντελώς, ον εις τα 1825 εγνώρισα εις Αρμπουνα Καλόγηρον και τον επείραξα … ονόμαζεν (τη μητέρα μου) Αγίαν Βενέτα, ένεκα της φιλελεημοσύνης της (ελέγετο Βενέτα).
»… περιερχόμενος πεζός και ανυπόδητος τα χωρία εδίδασκε τον λαόν, ετρέφετο δια ξηρού άρτου και ύδατος, πίνων ενίοτε και ρακήν. Ο λαός απέδιδεν αυτώ αγιότητα… διότι εγνώριζεν ως έλεγον τας πράξεις των ανθρώπων και εθαυματούργει… Εγώ δε καλέσας αυτόν νύκτα τινά εις την οικίαν (μου) … τον εξώρκισα να με ειπή (διότι με ηγάπα ως υιόν της Αγίας Βενέτας – κοινό γυναικείο όνομα στα χωριά της Κλειτορολευκασίας) αν τα θρυλούμενα θαύματα εισιν αληθή και ηρνήθη εντελώς ειπών ά δεν έχονται ποσώς αληθείας, αλλά ο κοινός λαός εκ της προς αυτόν αφοσιώσεως του τα πλάττει…».
Αναφέρει στη συνέχεια ο Ρηγόπουλος « … ομίλει κατά του Βασιλέως και της Βασιλίσσης … λέγων … τι θέλει το ψωριάρικο κατζίκι εις την στάνην; Διώξε τε το, δια να μην ψωριάσουν και τα άλλα. … Ομίλει κατά της Αγγλίας και υπέρ της Ρωσίας λέγων … ότι θα εξέλθη πυρ από εκεί και θα κατακαύση τον κόσμον…».
Ο Ρηγόπουλος στη συνέχεια αναφέρει τις συμβουλές του Παπουλάκου στον ίδιο « με παρεκίνει να παίζω τον ταμπουράν ενθυμούμενος ότι στα 1825 έπαιζα ταμπουράν και μπουζούκι και τον υποχρέωνα στον Αρμπουνα να χορεύη θέλοντα, μη θέλοντα για να διασκεδάζω τα τέκνα μου… Με παρεκίνει να έλθω εις τρίτον γάμον και να μην λυπούμαι διότι ο διάβολος με εφθόνησεν και μου πήρε τις δύο συζύγους μου…».
Σημειώνουμε ότι ο φιλαίος αγωνιστής Θεόδωρος Ρηγόπουλος ήταν βαφτιστικός του Κολοκοτρώνη, σπούδασε στην Ελληνική σχολή του Σωποτού και μόλις 18 ετών έγινε υπασπιστής και στη συνέχεια γραμματικός του γιού του θρυλικού γέρου του Μωρηά, Πάνου Κολοκοτρώνη και αργότερα του ίδιου του Γέρου, αλλά και του Νικηταρά.
Ουδαμού καταχωρεί βιογραφικό του Χριστόφορου Παπουλάκου για ελάχιστη έστω πολεμική συμμετοχή στην αναβράζουσα επαναστατικά Κλειτορολευκασία (χωριά της Κατσάνας) ή γενικότερα στα Καλαβρυτοχώρια. Προφανώς ο Χριστόφορος απλά ασκήτευε. Ο ιστορικός της επαρχίας μας από το Σκούπι Γεώργιος Παπανδρέου ουδέν αναγράφει περί πιθανής εθνικής δράσης του καλόγηρου, αλλά ειδικά για τη θρησκευτική του δράση παραπέμπει στο περιοδικό Εστία του 1888 και στην Καλαβρυτινή επετηρίδα, έργο του ίδιου, χαρακτηρίζοντας τον ως άνω θρησκόληπτο, που «από το 1850 έως το 1852 συνταράξας την Ελλάδα…». Σημειώνουμε ότι το ως άνω έργο του Παπανδρέου γράφτηκε στη δεκαετία του 1920, που η μνήμη του Παπουλάκου ενυπήρχε στους γέροντες εκείνης της εποχής στην περιοχή.
Στην «Καλαβρυτινή επετηρίδα» που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1906 και στο λήμμα Αρμπουνας αναγράφει « Εξ Αρμπουνα ήτο και ο πολύς Χριστόφορος Παναγιωτόπουλος ή νέος Παπουλάκης, όστις από το 1850 μέχρι το 1852 είχε συνταράξει την Ελλάδα. Χειρώναξ και κρεοπώλης κατ’ αρχάς και αγράμματος μετεβλήθη εις κήρυκα του θείου λόγου και συνεμνούμενος μετά της τότε εταιρίας των φιλοορθοδόξων οργάνων της Ρωσίας υπέρ της Ορθοδοξίας κινδυνεύουσης δήθεν εκ μέρους του Όθωνος και έχων συνεργούς πολλαχού και μάλιστα εν Μεγάλω Σπηλαίω Αγ. Αθανασίω και αλλαχού. Τέλος στο σχετικό λήμμα της έγκριτης εγκυκλοπαίδειας Ελευθερουδάκη αναγράφονται
Ήρχισεν κηρύττων εν Καλαβρύτοις, Γορτυνία, Μεσσηνία και κατέληξεν εις την Μάνης, όπου εκτάκτως τιμώμενος και ως άγιος θαυματουργός θεωρούμενος, ενώ ήτο πονηρός, ευφυέστατος, θρησκομανής και θρησκόδοξος καλόγηρος… Απέθανεν εν Άνδρω εις την μονή της Παναχράντου και ετάφη εις άγνωστον τάφον διότι οι τυφλοί οπαδοί … και μάλιστα οι Μανιάται … εζήτουν τα οστά προς αγιοποίησιν …»